Πρόλογος

Η προσπάθεια κατανόησης του τρόπου εξέλιξης της ηπατίτιδας C και των συνεπειών της δράσης του ιού στο σώμα μας είναι ένα πολύπλοκο θέμα.

Η εργαστηριακή δοκιμή για την ταυτοποίηση του ιού αναπτύχθηκε μόλις το 1989. Αυτό μας έχει δώσει μόνο ένα σχετικά σύντομο χρονικό διάστημα για να προσπαθήσουμε και να μελετήσουμε τη νόσο. Παρά το γεγονός ότι γνωρίζουμε ήδη τα περισσότερα για το τι μπορεί να συμβεί κατά τα πρώτα 20 χρόνια της λοίμωξης, γνωρίζουμε ελάχιστα σχετικά με το τι θα συμβεί μετά από αυτό το χρονικό διάστημα.

Προκειμένου να γίνει κατανοητή η πιθανή εξέλιξη του ιού, είναι απαραίτητο να γνωρίζουμε την κατά προσέγγιση ημερομηνία της αρχικής προσβολής από αυτόν. Αυτό είναι δύσκολο, καθώς πολλοί άνθρωποι με ηπατίτιδα C δεν γνωρίζουν πότε ή πώς προσβλήθηκαν.

Ένα από τα κύρια διλήμματα της λοίμωξης από τον ιό της ηπατίτιδας C είναι ότι όσοι έχουν προσβληθεί, έχουν βιώσει πολύ διαφορετική εμπειρία. Ενώ μερικοί άνθρωποι (περίπου το 20% των προσβληθέντων) αποβάλλουν τον ιό στα πρώιμα στάδια, οι περισσότεροι δεν το κάνουν. Τα άτομα που δεν απαλλάσσονται αυτόματα από τον HCV αναπτύσσουν χρόνια λοίμωξη. Τότε η πορεία της νόσου είναι πολύ δύσκολο να προβλεφθεί. Μετά από είκοσι χρόνια αφότου κάποια άτομα έχουν προσβληθεί από τον ιό, ενδέχεται να μην παρουσιάσουν κάποια σοβαρή ηπατική βλάβη. Άλλα όμως άτομα ενδέχεται να αναπτύξουν κίρρωση και ηπατική ανεπάρκεια, ακόμη και καρκίνο στο ήπαρ.

Το εύρος και ο βαθμός των συμπτωμάτων ποικίλλει επίσης σημαντικά. Πολλοί άνθρωποι παραμένουν ασυμπτωματικοί (χωρίς συμπτώματα) για πολλά χρόνια. Άλλοι θα βιώσουν συμπτώματα όπως κόπωση, κατάθλιψη, πεπτικά προβλήματα και πολλά άλλα διαφορετικά εξω-ηπατικά (εκτός του ήπατος) συμπτώματα της λοίμωξης από τον ιό της ηπατίτιδας C. Ωστόσο, τα συμπτώματα από τα οποία υποφέρουν οι άνθρωποι, δεν αποτελούν απαραίτητα μια ένδειξη για το αν έχουν σοβαρή ηπατική βλάβη ή όχι. Ένα άτομο μπορεί να μην έχει σχεδόν καμία ηπατική βλάβη κι όμως η ποιότητα της ζωής του να επηρεάζεται σοβαρά, ενώ κάποιος με εκτεταμένες ουλές (κίρρωση) του ήπατος μπορεί να μην παρουσιάσει καθόλου συμπτώματα. Επίσης τα υπάρχοντα διαγνωστικά αιματολογικά τεστ όπως το ιικό φορτίο, τα επίπεδα των ηπατικών ενζύμων ή ο γονότυπος του ιού της ηπατίτιδας C δεν μπορούν να προβλέψουν αξιόπιστα την έκβαση της μη αντιμετωπίσιμης με θεραπεία λοίμωξης από τον ιό της ηπατίτιδας C. Με άλλα λόγια αν η νόσος δεν αντιμετωπιστεί με φάρμακα, καμιά αιματολογική εξέταση δεν μπορεί να δείξει με σιγουριά αν η ασθένεια εξελίσσεται ήπια ή πολύ σοβαρά, γρήγορα ή αργά.

2013-05-02T07:29:56+00:00