Μεταβολικές λειτουργίες του ήπατος και η επίδραση του HCV και της ηπατικής βλάβης που αυτός προκαλεί

Αποτοξίνωση

Οι πιο σημαντικές προκλήσεις που αντιμετωπίζει το ήπαρ προέρχονται από τεχνητές χημικές ουσίες όπως τα διάφορα φάρμακα, τα ψυχαγωγικά ναρκωτικά, οι τοξίνες από τα πλαστικά, η βενζίνη, τα συντηρητικά, τα φυτοφάρμακα, οι ορμόνες των εκτρεφόμενων ζώων φάρμας που καταλήγουν στην τροφική αλυσίδα, ο καπνός του τσιγάρου και πολλοί ακόμη ρύποι ή τοξίνες. Σχεδόν ό, τι τρως ή αναπνέεις και οτιδήποτε εισέρχεται στο σώμα σου πρέπει να μεταβολιστεί και να αποτοξινωθεί από το συκώτι.

Το ήπαρ χρησιμοποιεί διάφορους τρόπους για την αντιμετώπιση των τοξινών, όπως η διάσπασή τους σε ασφαλέστερες ουσίες, η απόρριψή  τους μέσω της χολής ή η αναδόμησή  τους σε μια ασφαλέστερη μορφή. Πολλές φορές το ήπαρ συνδέει τα μόρια των τοξινών με διάφορες χημικές ουσίες, προκειμένου να κάνει τις τοξίνες διαλυτές στο νερό και έτσι να μπορούν να αποβληθούν ευκολότερα μέσω του ιδρώτα, των ούρων και των κοπράνων. Οι διαδικασία αυτή είναι εξαιρετικά πολύπλοκη και πολυφασική (έχει πολλά στάδια). Αν τα μόρια των τοξινών είναι δύσκολο να απενεργοποιηθούν, τότε ως τελευταία λύση αποθηκεύει τις ίδιες τις τοξίνες για να προστατεύσει το υπόλοιπο σώμα – συνήθως τις αποθηκεύει στο λιπώδη ιστό. Αυτή η διαδικασία μπορεί να καταστεί δυνητικά επιζήμια για τον οργανισμό.

Το ήπαρ φιλτράρει επίσης τις τοξίνες μέσω των καναλιών των κολποειδών, τα οποία είναι εξοπλισμένα με κύτταρα του ανοσοποιητικού συστήματος που ονομάζονται κύτταρα Kupffer ή (εξειδικευμένα) μακροφάγα κύτταρα (βλ. κεφάλαιο φυσιολογίας της ηπατικής λειτουργίας)., που αποτελούν τμήμα του εξειδικευμένου ανοσολογικού ιστού που ονομάζεται δικτυοενδοθηλιακό σύστημα (και βρίσκεται ακόμη στους λεμφαδένες, το σπλήνα, τον ερυθρό μυελό των οστών κλπ)  Τα κύτταρα Kupffer απορροφούν την τοξίνη, την αφομοιώνουν και την αποβάλλουν, όπως ακριβώς κάνουν με τους παθογόνους μικροοργανισμούς και τα νεκρά ερυθρά κύτταρα του αίματος . Αυτή η διαδικασία γενικά ονομάζεται φαγοκυττάρωση.

 Ορμονική ρύθμιση

Το ήπαρ ρυθμίζει την ισορροπία των σεξουαλικών ορμονών, των θυρεοειδικών ορμονών, της κορτιζόνης και άλλων φλοιοεπινεφριδικών ορμονών (δηλαδή αυτών που παράγονται από το φλοιό των επινεφριδίων). Μετατρέπει  ή απομακρύνει τις περιττές ορμόνες από το σώμα. Αν το ήπαρ δεν μπορεί να πραγματοποιήσει σωστά αυτή τη λειτουργία, υπάρχει ο κίνδυνος της συναισθηματικής ανισορροπίας. Τα επίπεδα των λευκών αιμοσφαιρίων και αντισωμάτων ενδέχεται συνεπώς να μειωθούν, να θέσουν σε κίνδυνο το ανοσοποιητικό σύστημα και να σε κάνουν πιο επιρρεπή στις λοιμώξεις. Ιδιαίτερα σοβαρά προβλήματα προκύπτουν από το μη σωστό μεταβολισμό των οιστρογόνων (γυναικείων ορμονών) και ειδικά της ορμόνης οιστραδιόλης.

Αυτού του είδους οι ορμονικές διαταραχές είναι αρκετά συχνές στη χρόνια ηπατική νόσο.

 Σεξουαλική επιθυμία και ορμονική λειτουργία

Η σεξουαλική επιθυμία εξαρτάται από τη λεπτή ισορροπία των σεξουαλικών και άλλων ορμονών. Εάν αυτή η ισορροπία διαταραχθεί από τη λοίμωξη από τον ιό της ηπατίτιδας C, ως αποτέλεσμα τόσο οι άνδρες όσο και οι γυναίκες μπορεί να υποφέρουν από την απώλεια της λίμπιντο. Οι άνδρες ενδέχεται να αναπτύξουν αυξημένα επίπεδα οιστρογόνων που μπορεί να επηρεάσουν τη σεξουαλική λειτουργία. Οι γυναίκες μπορεί να υποφέρουν από σοβαρά συμπτώματα τύπου προεμμηνορροϊκού συνδρόμου, που προκαλούν τα ασταθή επίπεδα των ορμονών.

Η κόπωση που οι ιογενείς λοιμώξεις (όπως η ηπατίτιδα C ) μπορεί να προκαλέσουν, ενδέχεται να κάνει μερικούς ανθρώπους να μην ενδιαφέρονται για το σεξ, με αποτέλεσμα να τους οδηγεί σε συνεχή απογοήτευση και σε μόνιμα κακή διάθεση. Αυτό μπορεί να εντείνει το  φαύλο κύκλο έκπτωσης του ανοσοποιητικού συστήματος.

 Αδρεναλίνη

Οι διάφορες πιέσεις της σύγχρονης ζωής μπορεί να οδηγήσουν σε υπερβολική παραγωγή της αγχογόνου (στρεσογόνου) ορμόνης, της αδρεναλίνης. Το ήπαρ είναι υπεύθυνο για την εξισορρόπηση και την εξουδετέρωση της αδρεναλίνης. Αν δεν μπορεί να συμβαδίσει με τα αυξημένα επίπεδα των στρεσογόνων  ορμονών που παράγονται, είναι αναγκασμένο να τα αποθηκεύσει, συχνά μέχρι και ένα έτος. Η ύπαρξη αυτής της αποθηκευμένης αδρεναλίνης στο ήπαρ μπορεί να οδηγήσει σε συναισθηματική αστάθεια, καθώς και να εξασθενήσει το ανοσοποιητικό σύστημα και να επηρεάσει την ικανότητα του σώματος να καταπολεμήσει τον ιό. Αυτό σημαίνει ότι ο εντοπισμός και η διαχείριση του άγχους είναι ζωτικής σημασίας. Επισκέψου τις πληροφορίες σχετικά με το άγχος στην ενότητα ‘’Ευεξία’’

Παραγωγή της λέμφου

Η λέμφος είναι ένα άχρωμο υγρό που κυκλοφορεί στο σώμα, γύρω από τα αιμοφόρα αγγεία, μέσα σε ένα δίκτυο καναλιών, τα λεμφοφόρα αγγεία ή λεμφαγγεία. Στην πορεία αυτών των αγγείων παρεμβάλλονται οι λεμφαδένες όπου κύτταρα του ανοσοποιητικού συστήματος εξουδετερώνουν βακτήρια και παθογόνους οργανισμούς. Η λέμφος διέρχεται μέσα από τους λεμφαδένες. Το σύστημα των λεμφικών αγγείων και των λεμφαδένων ονομάζεται λεμφικό σύστημα, και είναι ένα ζωτικό μέρος του ανοσοποιητικού συστήματος του σώματος.

Η λέμφος μεταφέρει επίσης πρωτεΐνες, νάτριο, κάλιο και άλλα μέταλλα περιφερικά των ιστών του σώματος. Τελικά αποχετεύεται στην άνω κοίλη φλέβα και από εκεί στην καρδιά. Περίπου το ένα τρίτο της λέμφου που χρειάζεται το σώμα παράγεται στο ήπαρ. Μολονότι το ίδιο το ήπαρ δεν έχει λεμφαδένες, ο ιός της ηπατίτιδας C μπορεί να προσβάλει το λεμφικό σύστημα προκαλώντας διόγκωση των λεμφαδένων, στα πλαίσια του μη Hodgkin λεμφώματος (βλ. εξωηπατικές εκδηλώσεις της ηπατίτιδας C).

Αποθήκευση

Το ήπαρ δρα ως αποθετικός χώρος για βιταμίνες, μέταλλα και τη γλυκόζη. Αυτά παρέχουν μια ζωτική πηγή ενέργειας στο σώμα. Το ήπαρ μετατρέπει την περίσσεια γλυκόζης του αίματος σε γλυκογόνο για πιο αποτελεσματική αποθήκευση (βλ. «μεταβολισμός» παρακάτω). Το ήπαρ αποθηκεύει βιταμίνες και μέταλλα για τις φορές που ενδέχεται να απουσιάζουν από τη διατροφή. Μπορεί να αποθηκεύσει αρκετή βιταμίνη Α και βιταμίνη Β12 για τέσσερα χρόνια και αρκετή βιταμίνη D για 4 μήνες.

 Βιταμίνες

Οι βιταμίνες είναι μια ομάδα οργανικών ενώσεων που δρουν ως καταλύτες σε διάφορες χημικές αντιδράσεις. Οι βιταμίνες προκαλούν αυτές τις αντιδράσεις και τις επιταχύνουν. Η σοβαρή ανεπάρκεια των βιταμινών μπορεί να προκαλέσει ασθένειες. Αντίθετα με τη δημοφιλή πεποίθηση, οι βιταμίνες δεν παρέχουν άμεσα ενέργεια.

Ως καταλύτες απαιτούνται για την απελευθέρωση ενέργειας από πρωτεΐνες, λίπος και υδατάνθρακες. Είναι απαραίτητες για τη φυσιολογική ανάπτυξη και ιδιαίτερα σημαντικές για την υγιή λειτουργία των ερυθρών κυττάρων του αίματος, τις ορμόνες και το νευρικό σύστημα.

Το ήπαρ αποθηκεύει τις βιταμίνες Α, D, Ε, Κ και Β12. Οι πρώτες τέσσερις από αυτές είναι λιποδιαλυτές. Αυτό σημαίνει ότι η χολή που εκκρίνεται κατά τη διάρκεια της πέψης είναι απαραίτητη για την απορρόφηση τους, έτσι ώστε το σώμα να μπορεί να τις μεταφέρει και χρησιμοποιήσει. Εάν η παραγωγή χολής απειλείται από την ηπατική βλάβη, η σωστή απορρόφηση αυτών των βιταμινών μπορεί να επηρεαστεί.

Κατά τη λήψη πολυβιταμινών, είναι σημαντικό να βεβαιωθούμε ότι οι συνιστώμενες δόσεις των λιποδιαλυτών βιταμινών δεν έχουν ξεπεραστεί. Εάν συμβεί αυτό κατ’ εξακολούθηση, μπορεί να οδηγήσει σε ηπατική βλάβη.

Μέταλλα

Το ήπαρ επίσης αποθηκεύει σίδηρο και χαλκό. Ο χαλκός είναι απαραίτητος ως ένας ζωτικός σύνδεσμος σε πολλές από τις διάφορες χημικές αντιδράσεις του σώματος και στο σχηματισμό των πρωτεϊνών εντός του ήπατος. Επίσης, διαδραματίζει σημαντικό ρόλο στην εξάντληση των αποθεμάτων σιδήρου του σώματος, όποτε αυτό είναι απαραίτητο.

Μεταβολισμός των τροφών

Ο όρος ‘’μεταβολισμός’’ προέρχεται από την ελληνική λέξη «μεταβολή» που σημαίνει «αλλαγή». Σε σχέση με το ήπαρ αναφέρεται στην επεξεργασία των τροφίμων που αφομοιώνονται με την πέψη από το στομάχι και το έντερο αναφορικά με τις πολλές χρήσεις τους από τον οργανισμό. Κατ’ επέκταση πάντως αναφέρεται και στην επεξεργασία των φαρμάκων αλλά και των πολλών άλλων χημικών ουσιών που διέρχονται από το ήπαρ. Ορισμένα πάντως φάρμακα και άλλες ουσίες μεταβολίζονται ελάχιστα από το ήπαρ και κύρια από άλλα όργανα, όπως οι νεφροί.

Ο άνθρωπος αντλεί την ενέργειά του και δημιουργεί τα κύτταρα και τους ιστούς του με την ενέργεια που παρέχεται και τα θρεπτικά συστατικά που παράγονται έτοιμα προς χρήση από τους ιστούς, κατά την αποικοδόμηση των τριών μεγάλων τάξεων των τροφών. Αυτές είναι οι υδατάνθρακες (απλά και σύνθετα σάκχαρα), τα λιπίδια (διάφορα λίπη και έλαια) και οι πρωτεΐνες (μεγάλα μόρια που βρίσκονται σε φυτικούς και ζωικούς ιστούς και τα οποία αποτελούνται από αμινοξέα). Αυτή η διαδικασία ονομάζεται μεταβολισμός των τροφών. Το ήπαρ διαδραματίζει σημαντικό ρόλο στην αποικοδόμηση όλων αυτών των τύπων των θρεπτικών ουσιών και στη μετατροπή τους σε ουσίες που είναι απαραίτητες για τον οργανισμό.

Μεταβολισμός των υδατανθράκων

Η γλυκόζη του αίματος είναι ένας απλός υδατάνθρακας (απλό σάκχαρο) που  παράγεται κατά τη διάσπαση των σύνθετων υδατανθράκων των τροφών. Είναι μια σημαντική πηγή ενέργειας για όλα τα κύτταρα. Παρά το γεγονός ότι ο άνθρωπος τρώει συχνά σε τακτά χρονικά διαστήματα, η ενέργεια που παρέχεται στα κύτταρα του σώματός του παραμένει σταθερή. Το ήπαρ διαδραματίζει έναν κρίσιμο ρόλο σε αυτή τη διαδικασία. Όταν απορροφάται περισσότερη γλυκόζη από ό, τι χρειάζεται το σώμα, τότε εκείνη τη στιγμή η περίσσεια γλυκόζης μετατρέπεται σε μια ουσία που ονομάζεται γλυκογόνο. Αυτό στη συνέχεια παραλαμβάνεται από το ήπαρ για αποθήκευση.

Όταν οι συγκεντρώσεις της γλυκόζης στο αίμα αρχίζουν να μειώνονται και το σώμα χρειάζεται να παράξει περισσότερη ενέργεια και θερμότητα, το ήπαρ μετατρέπει το γλυκογόνο πάλι σε γλυκόζη. Στη συνέχεια αυτή απελευθερώνεται πίσω στο αίμα για τη μεταφορά της σε όλους τους ιστούς όπου είναι απαραίτητη. Οι αποθήκες γλυκογόνου του ήπατος είναι περιορισμένες. Αλλά όταν η παροχή του γλυκογόνου αρχίζει να μειώνεται στα ηπατικά κύτταρα, τότε αυτά αρχίζουν να παράγουν γλυκόζη από αμινοξέα και άλλους υδατάνθρακες.

Εάν η σύνθεση και αποθήκευση της γλυκόζης σε γλυκογόνο μειωθεί με την ηπατική βλάβη, τα επίπεδα σακχάρου στο αίμα ενδέχεται να επηρεαστούν. Αυτό μπορεί να οδηγήσει σε ανεπαρκή ποσότητα ενέργειας που καταλήγει στους μυς και τον εγκέφαλο. Στη συνέχεια, αυτό μπορεί να έχει ως αποτέλεσμα την κόπωση, τη γενική αίσθηση αδιαθεσίας ή την επιβράδυνση της σκέψης και της ανάκλησης της μνήμης.

Μεταβολισμός των λιπών

Τα λίπη ή λιπίδια αποικοδομούνται στο ήπαρ για να χρησιμοποιηθούν ως ενέργεια. Στη συνέχεια μεταφέρονται στο λιπώδη ιστό. Περισσότερο από το 90% της ενέργειας του σώματος αποθηκεύεται εκεί και αποτελεί την κύρια πηγή αποθήκευσης καυσίμων για το σώμα.

Τα λίπη είναι αδιάλυτα στο αίμα και το νερό με αποτέλεσμα το ήπαρ να παράγει ειδικές πρωτεΐνες που μεταφέρουν λίπος και ονομάζονται λιποπρωτεΐνες. Οι λιποπρωτεΐνες κυκλοφορούν στο αίμα μεταφέροντας βασικά λιπαρά οξέα μεταξύ των ιστών του ήπατος και του σώματος. Οι λιποπρωτεΐνες μεταφέρουν και τη χοληστερόλη. Αν και η χοληστερόλη έχει μια ορισμένη «ανθυγιεινή» φήμη, εξακολουθεί να είναι απαραίτητη για τη σωστή λειτουργία του οργανισμού. Χρησιμοποιείται για τη δημιουργία των χολικών αλάτων, τη σύνθεση της βιταμίνης D, των σεξουαλικών ορμονών καθώς και για τη δημιουργία άλλων ορμονών στο ανοσοποιητικό σύστημα και για την αντιμετώπιση του άγχους. Η χοληστερόλη είναι επίσης ζωτικής σημασίας για την υγεία των νευρικών κυττάρων, ειδικά στον εγκέφαλο. Η χοληστερόλη είναι πρωτίστως απαραίτητη για την ακεραιότητα και σωστή λειτουργία των κυτταρικών μεμβρανών και αποτελεί βασικό συστατικό τους.

Η χοληστερόλη αποτελεί πρόβλημα μόνο όταν συσσωρεύεται σε μέρη του σώματος που δεν θα έπρεπε. Ένα υγιές ήπαρ εξασφαλίζει τη μεταφορά της στους ιστούς όπου αυτό είναι αναγκαίο και την απομακρύνει από τους ιστούς στους οποίους δεν είναι απαραίτητη καθώς μπορεί να προκαλέσει βλάβη. Αν το ήπαρ δεν λειτουργεί σωστά ή έχει επιβαρυνθεί από την περίσσεια χοληστερόλης, τότε η  χοληστερόλη μπορεί να  συσσωρεύεται στα τοιχώματα των αρτηριών. Σε αυτά πολλές φορές μπορεί να επικάθονται και άλλα μόρια ή κύτταρα όπως πχ, τα αιμοπετάλια. Αν η ποσότητα της επικαθήμενης χοληστερόλης μαζί με άλλα μόρια αυξηθεί υπέρμετρα,  είναι πιθανό να προκληθεί στένωση έως και απόφραξη του αυλού (κοιλότητας) των αρτηριών και μπλοκάρισμα της ροής του αίματος. Αυτό μπορεί να οδηγήσει σε καρδιακές προσβολές ή εγκεφαλικά επεισόδια, καθώς μπορεί πολύ ευκολότερα να συμβεί στις μικρές αρτηρίες της καρδιάς (στεφανιαίες) ή του εγκεφάλου. Επίσης, ενδέχεται να συμβεί συσσώρευση χοληστερόλης στη χοληδόχο κύστη, η οποία μπορεί να οδηγήσει στο σχηματισμό των χολόλιθων (πέτρες στη χοληδόχο κύστη – χολολιθίαση).

 Σύνθεση και αποδόμηση πρωτεϊνών

Το ήπαρ είναι ένα από τα πιο σημαντικά όργανα για την παραγωγή πρωτεϊνών. Παράγει ή μετατρέπει εκατομμύρια μορίων πρωτεΐνης την ημέρα. Οι πρωτεΐνες αποτελούνται από αμινοξέα. Ορισμένα από αυτά τα αμινοξέα υπάρχουν ήδη στο σώμα. Άλλα αμινοξέα τα οποία αποκαλούνται απαραίτητα αμινοξέα, μπορούν να ληφθούν μόνο από τη διατροφή μας.

Οι πρωτεΐνες έχουν πολλές ζωτικές λειτουργίες. Ο άνθρωπος τις χρησιμοποιεί για την ανάπτυξη και τη συντήρηση των ιστών του σώματος όπως οι μύες, η καρδιά, οι νεφροί και τα τοιχώματα των αιμοφόρων αγγείων. Το ήπαρ παράγει εκατοντάδες διαφορετικές πρωτεΐνες με διαφορετικές λειτουργίες. Ορισμένες μεταφέρουν βιταμίνες και μέταλλα σε όλο το σώμα. Άλλες μεταφέρουν λίπη (λιποπρωτεΐνες). Μερικές δρουν ως καταλύτες για την επιτάχυνση των μεταβολικών αντιδράσεων (αυτές οι πρωτεΐνες ονομάζονται ένζυμα). Ενώ άλλες ρυθμίζουν το συνολικό πρότυπο όλων των διαφορετικών λειτουργιών εντός ενός κυττάρου.

Αντίσταση στην ινσουλίνη και διαβήτης (διαταραχή μεταβολισμού των υδατανθράκων)

Η αντίσταση στην ινσουλίνη είναι μια κατάσταση κατά την οποία τα κύτταρα κάποιων ιστών (όπως το λίπος, οι μύες και τα ηπατοκύτταρα) αποτυγχάνουν να χρησιμοποιήσουν την ινσουλίνη που εκκρίνεται στο αίμα, προκειμένου να απορροφήσουν τη γλυκόζη, ενώ φυσιολογικά δεν θα έπρεπε. Τα κύτταρα αυτά φυσιολογικά έχουν προγραμματιστεί με την παρουσία ινσουλίνης, να δεσμεύουν τη γλυκόζη που κυκλοφορεί στο αίμα (αλλά και άλλες ουσίες, όπως αμινοξέα και λιπαρά οξέα) προκειμένου να πάρουν ενέργεια και να εκτελέσουν τις εργασίες τους. Όταν αδυνατούν να το κάνουν αυτό, τότε έχουν έλλειψη ενέργειας, αλλά ταυτόχρονα τα επίπεδα της γλυκόζης του αίματος μπορεί να αυξηθούν πάρα πολύ, καθώς αυτή δεν μπορεί να μπει μέσα στα κύτταρα.

Το ήπαρ φυσιολογικά ρυθμίζει και αυτό την ποσότητα της γλυκόζης του αίματος, όταν υπάρχει η ινσουλίνη στο αίμα. Το κάνει αυτό μειώνοντας τη διάσπαση του γλυκογόνου σε γλυκόζη (από τα αποθέματα γλυκογόνου που διαθέτει – βλ. ρύθμιση υδατανθράκων από το ήπαρ) και έτσι από πλευράς του ήπατος μειώνεται η έκκριση γλυκόζης στο αίμα. Αν όμως το ήπαρ έχει σημαντική βλάβη και έχει αναπτυχθεί αντίσταση των ηπατοκυττάρων στην ινσουλίνη, τότε τα ηπατοκύτταρα δεν μπορούν να κάνουν τη ρύθμιση αυτή, και κατά συνέπεια το ήπαρ δεν μπορεί να αυξήσει την παραγωγή γλυκογόνου και να μειώσει αντίστοιχα την έκκριση ινσουλίνης στο αίμα. Έτσι συνεχίζει να ‘’στέλνει’’ γλυκόζη στο αίμα, παρά την παρουσία της ινσουλίνης. Τα επίπεδα γλυκόζης του αίματος συνεχίζουν τότε να παραμένουν  υψηλά, σε αυτό το φαύλο κύκλο αντίστασης στην ινσουλίνη.
Σε αυτή την επιδεινούμενη ανεπάρκεια του ήπατος συμβάλλει ιδιαίτερα και η σπλαγχνική συγκέντρωση του λίπους, που οδηγεί στη λιπώδη διήθηση του ήπατος ή ηπατική μεταβολική στεάτωση (βλ. παρακάτω) που προκαλείται πρωτοπαθώς στην παχυσαρκία κεντρικού τύπου(βλ. παρακάτω –αίτια αντίστασης στην ινσουλίνη). Η κατάσταση αυτή  ονομάζεται επίσημα ‘’Μη Αλκοολική Λιπώδης Νόσος του Ήπατος’’ – Non Alcoholic Fatty Liver Disease-NAFLD). Όταν συσσωρεύεται λίπος στο ήπαρ, το αποτέλεσμα είναι αφενός μια διαδικασία (ονομάζεται λιπόλυση) που οδηγεί σε υπερβολική απελευθέρωση λιπιδίων (χοληστερόλη, τριγλυκερίδια) στο αίμα, αφετέρου η αυξημένη διάσπαση του γλυκογόνου του ήπατος σε γλυκόζη και σαν συνέπεια  η υπερβολική απελευθέρωση γλυκόζης από το ήπαρ στο αίμα, που περιγράφτηκε παραπάνω.

Με τη σειρά τους πάντως η αντίσταση στην ινσουλίνη, οι υψηλές συγκεντρώσεις γλυκόζης στο αίμα, και ο διαβήτης τύπου 2 προκαλούν ηπατική στεάτωση ! Κλείνει έτσι ο φαύλος κύκλος της αλληλεπίδρασης των διαταραχών του μεταβολικού συνδρόμου. Αν υπάρχει ταυτόχρονα και HCV λοίμωξη, τότε προάγονται ακόμη περισσότερο οι παθολογικοί μηχανισμοί δημιουργίας αντίστασης στην ινσουλίνη και ηπατικής στεάτωσης (βλ. παρακάτω στη σχετική ενότητα) και έτσι εντείνεται ακόμη περισσότερο ο φαύλος κύκλος του μεταβολικού συνδρόμου.

Η αντίσταση στην ινσουλίνη οδηγεί σε ολοένα και μεγαλύτερη παραγωγή ινσουλίνης από το πάγκρεας και κυκλοφορίας της στο αίμα και τελικά τα επίπεδα γλυκόζης ρυθμίζονται. Αυτό ονομάζεται αντιρροπούμενη αντίσταση στην ινσουλίνη.  Αν συνεχιστεί όμως για καιρό, το πάγκρεας κάποια στιγμή θα αδυνατεί να παράγει επαρκή ποσότητα ινσουλίνης. Τα επίπεδα τότε της γλυκόζης στο αίμα αυξάνουν ακόμη περισσότερο, δεν παράγεται ικανή ποσότητα ινσουλίνης για να τα ρυθμίσει (μη αντιρροπούμενη ινσουλινο-αντίσταση) και επέρχεται ο σακχαρώδης διαβήτης τύπου 2, συμβάλλοντας στην ανάπτυξη πλήρους μεταβολικού συνδρόμου…

Κυριότερες αιτίες και προδιαθεσικοί παράγοντες της αντίστασης στην ινσουλίνη είναι :

•    Γενετικές (μεταλλάξεις και ελαττωματικά κύτταρα στο πάγκρεας, ήπαρ και αλλού) : οικογενειακό ιστορικό διαβήτη τύπου 2

•    Υπερβάλλον βάρος και παχυσαρκία

•    Ηλικία μεγαλύτερη των 40-45

•    Καθιστικός τρόπος ζωής, έλλειψη φυσικής άσκησης

•    Πρότυπο συγκέντρωσης περίσσειας λίπους στην κοιλιά (ανδρικού τύπου ή ‘’κεντρική κατανομή του λίπους’’) με εναπόθεση λίπους στα όργανα της κοιλιάς (‘’σπλαγχνικό λίπος’’). Σε αντίθεση, δεν αναπτύσσεται ινσουλινο-αντίσταση όταν υπάρχει περίσσεια λίπους απλώς κάτω από το δέρμα ή σε άλλες περιοχές (πχ. μηροί, γλουτοί – γυναικεία κατανομή λίπους)

•    Υπέρταση

•    Αυξημένα τριγλυκερίδια και μειωμένη ‘’καλή’’ χοληστερόλη στο αίμα

•    Ηπατικές βλάβες, ιογενείς ηπατίτιδες

•    Αιμοχρωμάτωση, σύνδρομο πολυκυστικών ωοθηκών, διαβήτης εγκυμοσύνης

•    Φάρμακα : αντιφυματικά, ορισμένα ψυχιατρικά, φάρμακα με κορτιζόνη, αντιρετροϊκά φάρμακα για τη θεραπεία της HIV λοίμωξης – ιδιαίτερα οι αναστολείς πρωτεάσης του HIV (που ευθύνονται κατεξοχήν για μεγάλη αύξηση των τριγλυκεριδίων στο αίμα)

Τα κυριότερα συμπτώματα και εργαστηριακά ευρήματα της νόσου (χωρίς να εμφανίζονται σε όλους τους πάσχοντες από ινσουλινο-αντίσταση) είναι :

•    Ομιχλώδης λειτουργία του εγκεφάλου (σύμπτωμα που αναφέρουν και οι ασθενείς με χρόνια HCV λοίμωξη…) και αδυναμία συγκέντρωσης

•    Υπνηλία, ειδικά μετά το φαγητό

•    Υψηλές τιμές γλυκόζης στο αίμα (υπεργλυκαιμία)

•    Υψηλές τιμές τριγλυκεριδίων στο αίμα (υπερτριγλυκεριδαιμία)

•    Εντερική διάταση και ‘’φούσκωμα’’

•    Αύξηση βάρους, δυσκολία στη μείωσή του, αύξηση σπλαγχνικού λίπους γύρω από τα όργανα της κοιλιάς. Ηπατική στεάτωση (λιπώδης διήθηση)

•    Υπέρταση : αυτή αποτελεί και αίτιο της αντίστασης στην ινσουλίνη (περιφερειακός φαύλος κύκλος υπέρτασης – ινσουλινο-αντίστασης)

•    Αυξημένες προφλεγμονώδεις κυτοκίνες (όπως ο ‘’παράγοντας νέκρωσης των όγκων’’ – Tumor Necrosis Factor – TNF που παίζει κεντρικό ρόλο στη διαδικασία της φλεγμονής). Αυτές οι  ουσίες συνδέονται με στεφανιαία νόσο και καρδιαγγειακό κίνδυνο

•    Αύξηση της πείνας (φαύλος κύκλος)

•    Κατάθλιψη (λόγω του διαταραγμένου μεταβολισμού)

H HCV λοίμωξη αυξάνει 3 με 4 φορές τον κίνδυνο ανάπτυξης αντίστασης στην ινσουλίνη και σακχαρώδους διαβήτη και μάλιστα ανεξάρτητα από άλλους επιβαρυντικούς παράγοντες(όπως η παχυσαρκία κλπ). Ο ακριβής μηχανισμός της αντοχής στην ινσουλίνη σε σχέση με την ηπατίτιδα C δεν είναι ακόμη γνωστός. Πάντως εικάζεται πως άνθρωποι με ηπατίτιδα C που αναπτύσσουν διαβήτη, πιθανόν να έχουν ελαττωματικά παγκρεατικά κύτταρα που παράγουν ινσουλίνη, ή αν δεν έχουν εξαρχής θα αποκτήσουν. Αν όμως αποκτήσουν πρώτα HCV λοίμωξη, τότε η διαδικασία αυτή επιταχύνεται ραγδαία και έτσι μπορεί να παρουσιάζουν διαβήτη από τα 35 με 40, αντί στα 65 και 70 ! Είναι δηλαδή πιθανό ότι η αντίσταση στην ινσουλίνη είναι μια πρώιμη ανωμαλία που μπορεί να οδηγήσει πολύ ταχύτερα σε διαβήτη τύπου 2 σε άτομα με ηπατίτιδα C.

Αντίστοιχα η αντίσταση στην ινσουλίνη και ο διαβήτης έχει αποδειχτεί  πώς προάγουν και επιταχύνουν την ηπατική ίνωση. Μια αιτία γι’ αυτό μπορεί βεβαίως να θεωρηθεί το γεγονός πως η αντίσταση στην ινσουλίνη και ο διαβήτης προκαλούν και ηπατική μεταβολική στεάτωση, μέσα στο φαύλο κύκλο του μεταβολικού συνδρόμου, όπως αναφέρεται νωρίτερα, αλλά και παρακάτω στην ενότητα της ηπατικής στεάτωσης.

2018-04-20T21:49:46+00:00