Η οξεία φάση της HCV λοίμωξης

Ο όρος ‘’οξεία φάση’’ μπορεί να προκαλέσει σύγχυση. Αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι αναφέρεται μόνο στην περίοδο των 6 μηνών από τη χρονική περίοδο κατά την οποία ο ιός εισήλθε για πρώτη φορά στον οργανισμό σου. Δεν έχει στενή σχέση με την οξύτητα των συμπτωμάτων ή τη σοβαρότητα της νόσου.

Τα αντισώματα κατά του ιού παράγονται από το ανοσοποιητικό σύστημα, όταν αυτό αντιδρά στην παρουσία του ιού και συνήθως είναι ανιχνεύσιμα στο αίμα από 3 έως 12 εβδομάδες μετά την αρχική προσβολή από τον ιό, αλλά σε ορισμένες περιπτώσεις για να ανιχνευτούν μπορεί να χρειαστεί να περάσουν έως και 6 μήνες ! (‘’περίοδος παραθύρου’’, βλ. αμέσως μετά). Θα πρέπει εδώ να διευκρινιστεί ότι τα αντισώματα αυτά δεν είναι προστατευτικά, αλλά δείκτες της αντίδρασης του ανοσοποιητικού απέναντι στην είσοδο του ιού – εισβολέα και με αυτό τον τρόπο γίνεται απλώς γνωστή η προσβολή του οργανισμού από τον ιό. Ανιχνεύονται στο αίμα για πολύ μεγάλο χρονικό διάστημα μετά την αρχική λοίμωξη, ίσως και εφόρου ζωής, ακόμη κι αν η λοίμωξη έχει αντιμετωπιστεί επιτυχώς με την ενδεδειγμένη φαρμακευτική αγωγή.

Ανάλογα με το πόσο χρονικό διάστημα χρειάζεται ο ιός για να εγκατασταθεί στον κάθε οργανισμό, έτσι και το κάθε ανοσοποιητικό σύστημα  χρειάζεται διαφορετικό χρόνο για να δημιουργήσει αντισώματα. Αυτό ονομάζεται «περίοδος παραθύρου». Επειδή μπορεί να χρειαστούν συνήθως 2-3 μήνες, (αλλά μερικές φορές έως και 6 μήνες) για να εμφανιστούν τα αντισώματα στην εξέταση αίματος, αν υποψιάζεσαι ότι έχεις πρόσφατα προσβληθεί από τον ιό, είναι σημαντικό να περιμένεις αυτό το χρονικό διάστημα πριν υποβληθείς σε εξέταση.

Αν η εξέταση αντισωμάτων είναι θετική, τότε το επόμενο βήμα είναι να υποβληθείς σε μια ειδική εξέταση για τον προσδιορισμό του ριβονουκλεϊνικού οξέος  (RNA) του ιού HCV που γίνεται με τη μέθοδο της αλυσιδωτής αντίδρασης της πολυμεράσης (PCR). Η εξέταση αυτή αποκαλύπτει την παρουσία και επίσης την ποσότητα του γενετικού υλικού (RNA) του ιού HCV που κυκλοφορεί στο αίμα σου και κατ’ επέκταση το ρυθμό με τον οποίο ο ιός πολλαπλασιάζεται στον οργανισμό σου. Για λόγους ευκολίας η εξέταση αυτή θα ακούσεις συχνά να ονομάζεται : HCV RNA ή RNA του ιού της ηπατίτιδας C ή ιικό φορτίο του HCV ή ιικό φορτίο της ηπατίτιδας C ή απλώς  PCR (αλλά ο τελευταίος όρος δεν είναι ειδικός για την ηπατίτιδας C γιατί αποτελεί εργαστηριακή μέθοδο ανίχνευσης που χρησιμοποιείται για τον προσδιορισμό του γενετικού υλικού πολλών άλλων ιών).

Η εξέταση λοιπόν ανιχνεύει την παρουσία του ίδιου του ιού και είναι άσχετη με την παρουσία των αντισωμάτων απέναντί του. Σε ορισμένες περιπτώσεις μπορεί να παρέχεται αμέσως αντί της εξέτασης αντισωμάτων εφόσον η λοίμωξη αποτελεί μια ισχυρή πιθανότητα. Για παράδειγμα, είναι πιθανόν ότι θα χρησιμοποιηθεί άμεσα στην περίπτωση ενός επαγγελματία υγείας που έχει τραυματιστεί από τρύπημα βελόνας ή από άλλο επαγγελματικό εξοπλισμό που έχει έρθει σε επαφή με αίμα προσβληθέντος ασθενούς. Επίσης θα χρησιμοποιηθεί αμέσως σε περιπτώσεις ατόμων οροθετικών στον ιό HIV ή στον ιό HBV που όταν εξεταστούν για HCV συλλοίμωξη, η εξέταση αντισωμάτων για τον HCV μπορεί να είναι αρνητική αλλά να παρουσιάζονται παθολογικά αυξημένες τρανσαμινάσες. Το νόημα για την επίσπευση της εξέτασης αυτής είναι ότι μπορεί σε ενδεικνυόμενες περιπτώσεις (όπως αυτές που αναφέρθηκαν παραπάνω) να ανιχνεύσει τον ιό νωρίτερα από ό,τι μπορούν να ανιχνευθούν τα αντισώματα και το άτομο έχει τη δυνατότητα να ξεκινήσει αμέσως θεραπεία, αν αυτό ενδείκνυται. Γενικά όσο πιο γρήγορα ένα άτομο ανακαλύψει τη λοίμωξη και αρχίσει τη θεραπεία, τόσο μεγαλύτερες είναι οι πιθανότητες που έχει για την αποβολή του ιού. Παρόλα αυτά δεν είναι συνήθως η πρώτη εξέταση που συνιστάται κυρίως λόγω του υψηλού κόστους της. Αν γνωρίζεις ότι έχεις εκτεθεί σε ένα υψηλό επίπεδο κινδύνου και έχεις και άλλες παραμέτρους κινδύνου για το ήπαρ σου ή επαγγελματικού κινδύνου κλπ, τότε είναι μάλλον καλύτερο να ζητήσεις να υποβληθείς σε μια εξέταση φορτίου HCV με τη μέθοδο της αλυσιδωτής αντίδρασης της πολυμεράσης (PCR).

Οι εξετάσεις ηπατικής λειτουργίας (ή ΕΗΛ) είναι ένα σύνολο από εξετάσεις αίματος για τη μέτρηση ορισμένων πρωτεϊνών και ενζύμων προκειμένου να διαπιστωθεί εάν το συκώτι εκτελεί σωστά διάφορες λειτουργίες του. Στην ηπατίτιδα C, υπάρχει μια μέση περίοδος επώασης 7 έως 8 εβδομάδων πριν πραγματοποιηθεί αύξηση των επιπέδων των ηπατικών ενζύμων (τρανσαμινάσες ή αμινοτρανσφεράσες). Καθώς τα κύτταρα του ήπατος καταστρέφονται από τον ιό, τα ένζυμα διαρρέουν στην κυκλοφορία του αίματος. Αυτό οδηγεί σε μια αύξηση της τιμής των συγκεκριμένων ενζύμων στο αίμα. Ωστόσο, ακόμα και σε αυτή την οξεία φάση δεν παρατηρείται πάντοτε αύξηση στα επίπεδα ενζύμων αυτών και έτσι οι τρανσαμινάσες μπορεί να ανευρίσκονται σε φυσιολογικές τιμές.

Τα συμπτώματα κατά τη διάρκεια της οξείας φάσης

Κατά τη διάρκεια της οξείας φάσης οι περισσότεροι άνθρωποι δεν φαίνεται να αντιμετωπίζουν οποιαδήποτε εμφανή συμπτώματα. Για το 25-35% των ανθρώπων που αντιμετωπίζουν, αυτά τα συμπτώματα είναι συνήθως ασαφή και μη συγκεκριμένα. Ενδέχεται να περιλαμβάνουν χαμηλό πυρετό, κόπωση, απώλεια της όρεξης, κοιλιακό άλγος (πόνο), ναυτία και έμετο. Το πρόβλημα για τους περισσότερους ανθρώπους είναι ότι αγνοούν ότι έχουν προσβληθεί από τον ιό συνήθως λόγω είτε έλλειψης συμπτωμάτων, είτε ύπαρξης ασαφών ή ήπιων συμπτωμάτων που μπορεί να είναι κοινά και σε πολλές πιο ‘’αθώες’’ καταστάσεις. Έτσι δεν δίνεται η απαιτούμενη σημασία. Δεδομένου για παράδειγμα ότι αυτά τα συμπτώματα είναι παρόμοια με αυτά σε πολλές άλλες λοιμώξεις, βραχυπρόθεσμα οι περισσότεροι άνθρωποι είναι απίθανο να αναζητήσουν ιατρική βοήθεια. Και ακόμη και όταν το κάνουν, οι περισσότεροι γιατροί δεν θα υποψιαστούν απαραίτητα ότι έχουν προσβληθεί από τον ιό ή δεν θα τους υποβάλλουν στις σχετικές εξετάσεις. Συμπτώματα όπως ο ίκτερος αποτελούν βεβαίως εξαίρεση.

Περίπου το 20% των προσβληθέντων από HCV ανθρώπων αναπτύσσουν ίκτερο. Ο ίκτερος εκδηλώνεται με κιτρίνισμα του δέρματος και των ματιών. Αυτό προκαλείται επειδή η χολερυθρίνη (η χρωστική ουσία της χολής) παρουσιάζει παθολογική αύξηση στο αίμα (υπερχολερυθριναιμία) και σαν συνέπεια αυξάνεται η συγκέντρωσή της στο εξωκυττάριο υγρό του σώματος και επακόλουθα στο δέρμα ή σε άλλους επιφανειακούς ιστούς. Το σύμπτωμα αυτό αποτελεί σημείο σοβαρών προβλημάτων στο ήπαρ ή άλλα όργανα του πεπτικού συστήματος και μπορεί να εμφανίζεται σε ποικίλες καταστάσεις όπως ιογενείς ηπατίτιδες, ηπατικός καρκίνος, απόφραξη χοληφόρων οδών (από πέτρες στη χοληδόχο κύστη, παγκρεατικό καρκίνο), λεπτοσπείρωση κλπ  Είναι σκόπιμο όταν εμφανιστεί ίκτερος χωρίς να υπάρχει γνωστή αιτία, να γίνεται έλεγχος για ιογενείς ηπατίτιδες ή/και άλλα προβλήματα του πεπτικού.

Αυθόρμητη αποβολή του ιού κατά τη διάρκεια της οξείας φάσης

Περίπου σε ποσοστό μεταξύ του 15% και του 30% των ατόμων αποβάλλουν τον ιό αυθόρμητα κατά τη διάρκεια της οξείας φάσης. Αυτό συμβαίνει όταν το ανοσοποιητικό σύστημα είναι σε θέση να εξαλείψει όλα τα ιικά σωματίδια στην κυκλοφορία του αίματος και να καταστρέψει όλα τα μολυσμένα κύτταρα του ήπατος. Η απόδειξη της λοίμωξης, με τη μορφή των αντισωμάτων στην ηπατίτιδα C θα παραμείνει στο σώμα για αρκετά χρόνια ή ενδεχομένως για πάντα όπως αναφέρθηκε και νωρίτερα. Σε αντίθεση με ορισμένους άλλους ιούς, αυτά τα αντισώματα δεν παρέχουν προστασία έναντι περαιτέρω λοίμωξης από τον ιό της ηπατίτιδας C όπως έχει επίσης αναφερθεί πιο πάνω.

Παράγοντες που συμβάλλουν στην κάθαρση του ιού της ηπατίτιδας C κατά τη διάρκεια της οξείας φάσης

Δεν είναι ακόμα γνωστό γιατί μερικοί άνθρωποι αποβάλλουν τον ιό HCV, ενώ άλλοι όχι. Ωστόσο υπάρχουν μερικοί κοινοί παράγοντες  που φαίνεται να αυξάνουν τις πιθανότητες της κάθαρσης :

• Ηλικία. Όσο νεότερο είναι ένα άτομο κατά τη στιγμή της προσβολής από την HCV  λοίμωξη, τόσο μεγαλύτερες είναι οι πιθανότητες για την κάθαρση του ιού.

• Φύλο. Οι γυναίκες είναι πιο πιθανό να αποβάλλουν τον ιό από ό, τι οι άνδρες.

• Άτομα που εμφανίζουν συμπτώματα κατά τη διάρκεια της οξείας φάσης φαίνεται να έχουν μια μεγαλύτερη πιθανότητα αποβολής του ιού.

• Επάρκεια ανοσοποιητικού. Ένα υγιές ανοσοποιητικό σύστημα, ιδιαίτερα η κυτταρική απόκριση Τ στον ιό, παίζει σημαντικό ρόλο.

• Γονότυπος. Υπάρχουν κάποιες ενδείξεις ότι τα άτομα με γονότυπο 3 έχουν μια υψηλότερη πιθανότητα εκκαθάρισης του ιού από ό,τι τα άτομα με γονότυπο 1.

• Αρχικό ιικό φορτίο. Η ποσότητα του ιού που μεταδίδεται κατά την στιγμή της προσβολής. Οι άνθρωποι που προσβλήθηκαν από τον ιό μέσω της μετάγγισης έχουν γενικά υψηλότερο ιικό φορτίο. Φαίνεται ότι αντιμετωπίζουν μεγαλύτερο κίνδυνο ανάπτυξης χρόνιας ηπατίτιδας C από ό, τι τα άτομα με άλλες πηγές προσβολής.

• Γενετική. Ορισμένα άτομα με συγκεκριμένη γενετική σύνθεση είναι πιο πιθανό να αποβάλλουν τον ιό.
Η κάθαρση του ιού σημαίνει απόλυτη εξαφάνιση από τον οργανισμό ;

Ορισμένες πρόσφατες ιατρικές εκθέσεις αμφισβητούν την παραδοσιακή θεωρία της κάθαρσης του ιού. Πρόσφατες μελέτες με τη χρήση υπερευαίσθητων εξετάσεων, έχουν πραγματοποιηθεί σε ομάδες ασθενών που όλοι είχαν αποβάλει αυτόματα τον ιό και διατηρούσαν ένα μη ανιχνεύσιμο ιικό φορτίο ηπατίτιδας C (HCV-RNA) στο αίμα χωρίς κλινικά συμπτώματα ηπατίτιδας. Οι μελέτες  έχουν αποκαλύψει την παρουσία του HCV RNA σε άλλους ιστούς του σώματος, σε όλους τους συμμετέχοντες της ομάδας μελέτης. Η πλειοψηφία επίσης των συμμετεχόντων παρουσίασε σημάδια δραστικής αναπαραγωγής του ιού. Το γενετικό υλικό (HCV RNA) του ιού της ηπατίτιδας C βρέθηκε στα δενδριτικά κύτταρα (ειδικά κύτταρα του ανοσοποιητικού συστήματος) και σε μερικά λευκά αιμοσφαίρια όπου υπήρχαν επίσης ενδείξεις ιικής αντιγραφής.

Μία μελέτη του 2008 στη Βρετανία έχει συγκεντρώσει δείγματα από βιοψίες ήπατος ασθενών με μη ανιχνεύσιμο στο αίμα HCV-RNA αλλά με θετικά αντισώματα για τον HCV (πράγμα που σημαίνει ότι οι ασθενείς ήρθαν κάποια στιγμή σε επαφή με τον ιό αλλά δεν έχουν ενεργό νόσο). Τα αποτελέσματα των βιοψιών σε αυτούς τους ασθενείς αποκαλύπτουν στην πλειοψηφία των περιπτώσεων ενός βαθμού φλεγμονώδη διήθηση του ήπατος, καθώς και άλλα ιστοπαθολογικά ευρήματα που θέτουν την υπόνοια πως εξακολουθεί σε αυτούς τους ασθενείς να υπάρχει μια αντίδραση του ανοσοποιητικού και είναι πολύ πιθανό ο HCV να εξακολουθεί να υπάρχει κρυμμένος στο ήπαρ σε χαμηλά επίπεδα, παρά την απουσία του από το αίμα.

Οι μελέτες αυτές είναι πολύ περιορισμένες για να είναι οριστικές, αλλά δημιουργούν πολλές  αμφιβολίες σχετικά με το αν ο ιός της ηπατίτιδας C απομακρύνεται πλήρως από το σώμα, όταν η λοίμωξη υποχωρεί, είτε υποχωρεί αυτόματα είτε μετά από επιτυχημένη θεραπεία.

Πότε η οξεία ηπατίτιδα C εξελίσσεται σε χρόνια ηπατίτιδα C;

Το 80% έως 85% των ατόμων που έχουν προσβληθεί δεν επιτυγχάνουν αυτόματη ιογενή κάθαρση και θεωρούνται ότι βρίσκονται πλέον στη χρόνια φάση της ηπατίτιδας C μετά από έξι μήνες από την προσβολή τους. Αυτό επιβεβαιώνεται όταν κατά τη διάρκεια περιόδου έξι μηνών από την αρχική διάγνωση, η παρουσία του HCV RNA είναι ανιχνεύσιμη σε τουλάχιστον δύο περιπτώσεις ελέγχου. Η διάγνωση της χρόνιας ηπατίτιδας C σε αυτό το στάδιο σημαίνει ότι ο χρόνος κατά τον οποίο η αυθόρμητη ιογενής κάθαρση είναι πιθανή έχει παρέλθει.

Είναι πιθανή η αυτόματη κάθαρση  κατά τη χρόνια φάση;

Μερικοί άνθρωποι αποβάλλουν αυτόματα τον ιό της ηπατίτιδας C ακόμη και μετά  από πολλά χρόνια, αλλά αυτό φαίνεται να συμβαίνει σπάνια. Δεν έχει υπάρξει συστηματική μελέτη πάνω σε αυτές τις περιπτώσεις, και συνεπώς οι αιτίες που συμβαίνει αυτό παραμένουν ασαφείς.

2013-05-02T07:22:57+00:00