Η θεραπεία γενικά δεν προσφέρει την ίαση, αλλά μπορεί να βοηθήσει στην επιβράδυνση της ίνωσης και έτσι στην καθυστέρηση ή την αποτροπή της κίρρωσης. Σε ένα ποσοστό ατόμων, που λαμβάνουν ιντερφερόνη, το ανοσοποιητικό τους σύστημα θα ενισχυθεί επαρκώς για να σταματήσει τον πολλαπλασιασμό και την βλαπτική δράση του ιού. Όσοι ασθενείς ανταποκριθούν επιτυχώς στην ιντερφερόνη, έχουν περισσότερες πιθανότητες να διατηρήσουν αυτή την ανταπόκριση σε βάθος χρόνου μετά τη διακοπή του φαρμάκου.

Πάντως ένα αρκετά μεγάλο ποσοστό ασθενών θα χρειαστεί τελικά να λάβει αγωγή με τα αντι-ιικά φάρμακα από το στόμα για τουλάχιστον 1 χρόνο και πρακτικά για αρκετά χρόνια (τουλάχιστον 5 -ίσως και δια βίου), καθώς είναι μικρή η πιθανότητα μακροχρόνιας ανταπόκρισης μετά τη διακοπή τους (τουλάχιστον με τα μέχρι σήμερα υπάρχοντα σχήματα). Το πόσο χρόνο θα χρειαστεί να πάρει κανείς την αγωγή με τα φάρμακα αυτά και επίσης το ποια φάρμακα από αυτά θα επιλεγούν, ποικίλλει ανάλογα με τον κάθε ασθενή.

Σύμφωνα πάντως με τις οδηγίες της EASL (European Liver Study Association – Ευρωπαϊκή Εταιρεία Μελέτης Ήπατος ) θα πρέπει ο θεράπων γιατρός να δίνει τη δυνατότητα στον ασθενή να επιλέξει αν θα πάρει αρχικά ενέσιμη ιντερφερόνη ή αν θα μπει απευθείας σε αγωγή με αντι-ιικά χάπια, αφού τον έχει ενημερώσει επαρκώς για τα υπέρ και τα κατά της κάθε θεραπείας και ανάλογα με την περίπτωσή του. Δηλαδή τις πιθανότητες επιτυχίας (ανταπόκριση στη θεραπεία και μακροχρόνια ανταπόκριση μετά τη διακοπή της), το χρονικό διάστημα θεραπείας και τις πιθανές παρενέργειες.

Κατά τη διάρκεια της θεραπείας είτε με ιντερφερόνη, είτε με αντι-ιικά φάρμακα από το στόμα θα πρέπει να λάβεις (και δικαιούσαι να ζητήσεις να λάβεις) σαφείς οδηγίες από το θεράποντα γιατρό σου, για το τί εξετάσεις θα πρέπει να σου γίνονται και κάθε πότε, προκειμένου να ελέγχεται το αποτέλεσμα της θεραπείας και πιθανόν το ενδεχόμενο να την αλλάξεις (αν ο έλεγχος αυτός δείξει ότι δεν ανταποκρίνεσαι στο φάρμακο που παίρνεις).

Οι κατευθυντήριες θεραπευτικές οδηγίες για την αντιμετώπιση των διαφόρων μορφών ηπατίτιδας Β και C στην Ελλάδα ακολουθούν τις ήδη υπάρχουσες στην Ευρώπη. Ήδη από τους έλληνες ηπατολόγους γίνεται μία λεπτομερής ανασκόπηση και προτυποποίηση των ευρωπαϊκών οδηγιών και προσαρμογή τους στα ελληνικά δεδομένα όπου χρειάζεται. Πολύ σύντομα θα υπάρχει σύνδεσμος στην ιστοσελίδα αυτή για να μπορείς να μελετήσεις τις ελληνικές οδηγίες ανάλογα με την κάθε περίπτωση.