Η επίδραση του ιού της ηπατίτιδας C στην πρωτεϊνοσύνθεση

1.    Αλβουμίνη

Η πρωτεΐνη αλβουμίνη είναι συνήθως παρούσα σε μεγάλες ποσότητες στο αίμα. Χρησιμοποιείται για να δεσμεύει τις ορμόνες, ορισμένα χημικά και φάρμακα. Η αλβουμίνη ρυθμίζει επίσης την ανταλλαγή του νερού μεταξύ του αίματος και των ιστών. Εάν η ποσότητα του νερού,  στα σωματικά υγρά έξω από τα κύτταρα (συμπεριλαμβανομένου του αίματος στα αγγεία του)(εξωκυττάριο υγρό) δεν είναι η ίδια με την ποσότητα του νερού στα υγρά μέσα στα κύτταρα (ενδοκυττάριο υγρό), υπάρχει κίνδυνος να γίνει βίαιη μετακίνηση υγρού από (ή προς τα) κύτταρα, στην προσπάθεια του οργανισμού να διατηρήσει την ομοιόσταση των υγρών σε όλους τους χώρους του. Όταν εισέρχεται παθολογική ποσότητα υγρού με βίαιο τρόπο μέσα στα κύτταρα, αυτό οδηγεί σε οίδημα (πρήξιμο) των ιστών.

Κατά τη διάρκεια της ζωής του ανθρώπου, το ήπαρ παρακολουθεί συνεχώς το επίπεδο της πίεσης των υγρών και της συγκέντρωσης ουσιών σε αυτά, ώστε να εξασφαλίσει ότι είναι ισορροπημένες παντού. Εάν το ήπαρ δεν μπορεί να συνθέσει αρκετή αλβουμίνη, τότε αυτή θα έχει παθολογικά ελαττωμένη συγκέντρωση στο αίμα και στα εξωκυττάρια υγρά. Αντισταθμιστικά λοιπόν ενδέχεται να συμβεί βίαιη παθολογική είσοδος  υγρού μέσα στα κύτταρα, άρα συσσώρευση υγρών στους ιστούς και οίδημα. Αυτό είναι συνήθως ένα σύμπτωμα που σχετίζεται με τη μη αντιρροπούμενη κίρρωση, όπου μπορεί να εμφανιστεί οίδημα αστραγάλων , πελμάτων και ποδιών  καθώς επίσης και στην κοιλιά με συσσώρευση υγρού παθολογικά (ασκίτης)(βλ. μη αντιρροπούμενη κίρρωση).

2.    Σίδηρος

Το ήπαρ αποθηκεύει και απελευθερώνει το σίδηρο σε όλο το σώμα, όταν τον χρειάζεται. Από μόνος του ο σίδηρος είναι τοξικός για τα κύτταρα του σώματος, με αποτέλεσμα το σώμα να τον προσκολλά σε μια πρωτεΐνη τη φερριτίνη. Ο σίδηρος του ήπατος προσκολλάται στο πρωτεϊνικό σύμπλεγμα της φερριτίνης. Όταν η ηπατική νόσος οδηγεί σε αύξηση των ποσοτήτων της φερριτίνης στο ήπαρ, αυτό μπορεί έμμεσα να προκαλέσει υπερσυσσώρευση του σιδήρου στους ιστούς (μέσω της αυξημένης φερριτίνης) και τα όργανα, μία νόσος που ονομάζεται  αιμοχρωμάτωση ή αιμοσιδήρωση και η οποία συνήθως είναι κληρονομική, ενώ δευτερογενώς μπορεί να προκαλείται ιδιαίτερα από την υπερκατανάλωση αλκοόλ και την αλκοολική νόσο του ήπατος.

Ο σίδηρος είναι επίσης απαραίτητος για την παραγωγή αιμοσφαιρίνης, η οποία συμβάλλει στην μεταφορά του οξυγόνου στο αίμα. Αν δεν υπάρχει αρκετός σίδηρος για την παραγωγή αιμοσφαιρίνης, τότε αυτό ενδέχεται να οδηγήσει σε λήθαργο και αναιμία.

3. Μετατροπή της αμμωνίας

Η αμμωνία είναι μια τοξική ουσία που προέρχεται από το μεταβολισμό των πρωτεϊνών. Το ήπαρ μετατρέπει την αμμωνία σε ουρία, η οποία είναι υδατοδιαλυτή, μη-τοξική και απεκκρίνεται από τους νεφρούς. Η δυσλειτουργία του ήπατος στη μη αντιρροπούμενη κίρρωση μπορεί να οδηγήσει σε αδυναμία μετατροπής της αμμωνίας, η οποία στη συνέχεια συσσωρεύεται στο αίμα και τον εγκέφαλο προκαλώντας τα συμπτώματα της ηπατικής εγκεφαλοπάθειας (βλ. μη αντιρροπούμενη κίρρωση).

2013-05-02T08:38:20+00:00