Διαγνωστικές εξετάσεις για τον καρκίνο του ήπατος

Αιματολογικές εξετάσεις

Το ΗΚΚ δεν μπορεί να διαγνωστεί με τις συνηθισμένες εξετάσεις αίματος. Υπάρχει μόνο μια ειδική εξέταση αίματος που μπορεί να χρησιμοποιηθεί για τη διάγνωση του ΗΚΚ. Αυτή η εξέταση υπολογίζει συγκεκριμένα τα επίπεδα της άλφα-εμβρυικής σφαιρίνης (α-φετοπρωτεΐνη)  (AFP) στον ορό του αίματος.

Δυστυχώς μόνο περίπου το μισό του συνόλου των όγκων θα αποδώσουν αυξημένες τιμές της άλφα-φετοπρωτεΐνης. Έτσι, μια κανονική τιμή της άλφα-φετοπρωτεΐνης δεν αποκλείει την παρουσία του ΗΚΚ. Αυτό περιπλέκεται περαιτέρω από το γεγονός ότι η άλφα-φετοπρωτεΐνη παράγεται επίσης από πολλαπλασιαζόμενα κύτταρα του ήπατος Έτσι ένας ασθενής με κίρρωση του ήπατος και ηπατική ανάπλαση είναι πιθανό να έχει ήδη αυξημένα επίπεδα άλφα-φετοπρωτεΐνης. Ως συνέπεια, οι γιατροί θα θελήσουν πιθανώς να παρακολουθήσουν κατά πόσον τα επίπεδα της άλφα-φετοπρωτεΐνης είναι σταθερά ή όχι. Τα σταθερά αυξανόμενα επίπεδα της άλφα-φετοπρωτεΐνης είναι πιο πιθανό να υποδείξουν την ύπαρξη ΗΚΚ.

Ακόμη και όταν δεν υπάρχει ανιχνεύσιμη ένδειξη του ΗΚΚ, οι ασθενείς με κίρρωση και με ανώμαλα επίπεδα άλφα-φετοπρωτεΐνης εξακολουθούν να έχουν ένα υψηλό κίνδυνο να το αναπτύξουν. Κάθε ασθενής με κίρρωση και αυξημένα επίπεδα άλφα-φετοπρωτεΐνης, ιδιαίτερα με σταθερά αυξανόμενα επίπεδα, κατά πάσα πιθανότητα θα αναπτύξει είτε ΗΚΚ ή θα πάσχει ήδη από ΗΚΚ χωρίς να το έχει ανακαλύψει.

Απεικονιστικές εξετάσεις για τον καρκίνο του ήπατος

Δεν υπάρχει μια μοναδική απεικονιστική τεχνική που προσδιορίζει σωστά οποιοδήποτε ΗΚΚ. Κάθε υφιστάμενη τεχνική έχει τα πλεονεκτήματα και τα μειονεκτήματά της.

1. Υπέρηχος (υπερηχογράφημα) ήπατος

Ο υπέρηχος είναι συνήθως η πρώτη εξέταση διαλογής που πραγματοποιείται εάν υπάρχει υποψία ύπαρξης ΗΚΚ. Η ακρίβεια των αποτελεσμάτων υπερήχου εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από τον τεχνικό ή τον ακτινολόγο, ο οποίος εκτελεί την εξέταση. Μερικοί έμπειροι χειριστές ενδέχεται να είναι σε θέση να ανιχνεύουν βλάβες (περιοχές του παθολογικού ιστού) τόσο μικρές όσο 0,5 εκατοστά. Άλλοι μπορεί μόνο να είναι σε θέση να προσδιορίσουν πολύ μεγαλύτερες βλάβες. Ο υπέρηχος έχει το πλεονέκτημα ότι δεν περιλαμβάνει ιονίζουσα ακτινοβολία. Με την ενδοφλέβια έγχυση σκιαγραφικού υλικού (έγχυση μιας χημικής ουσίας μέσα στην κυκλοφορία του αίματος για να βελτιωθεί η αντίθεση της απεικόνισης) μπορεί να ανιχνευτεί ευκολότερα ένας όγκος, λόγω της πρόσληψης της σκιαγραφικής ουσίας από διάφορα τμήματά του και της σύγκρισης της εικόνας πριν και μετά τη λήψη του σκιαγραφικού. Η ταυτόχρονη εφαρμογή της Triplex απεικόνισης των αγγείων (που συνήθως χρησιμοποιείται για τη διάγνωση βλαβών σε αγγεία του τραχήλου και των άκρων) μπορεί εδώ να αναδείξει την αγγειακή τροφοδοσία (αιμάτωση) του όγκου. Το κόστος των υπερήχων είναι επίσης χαμηλότερο από άλλους τύπους απεικονιστικών εξετάσεων.

2. Αξονική (υπολογιστική) τομογραφία (CT –computed tomography scan)

Όταν πραγματοποιείται με ενδοφλέβια χορήγηση σκιαγραφικής ουσίας (μέσου σκιαγραφικής αντίθεσης), η αξονική τομογραφία μπορεί να είναι εξίσου ή περισσότερο ευαίσθητη σε σχέση με το υπερηχογράφημα. Αυτό συμβαίνει επειδή το σκιαγραφικό μέσο βελτιώνει την απεικόνιση των αρτηριακών και φλεβικών συστημάτων και άρα (όπως και στο υπερηχογράφημα) αναδεικνύει την αγγειακή τροφοδοσία του όγκου και άλλες καταστάσεις, όπως νεκρώσεις ή αιμορραγίες εντός αυτού. Γίνεται πάντα σύγκριση των εικόνων πριν και μετά την έγχυση σκιαγραφικού. Η χορήγηση της σκιαγραφικής ουσίας συνήθως επιβάλλεται να γίνεται με ειδικό εγχυτή που εγχέει ταχύτατα το σκιαγραφικό μέσα στη φλέβα μέσω καθετήρα. Με αυτόν τον τρόπο είναι δυνατόν να απεικονίζεται άμεσα η αιμάτωση (σκιαγραφικός εμπλουτισμός) του όγκου και από το χρόνο του εμπλουτισμού να λαμβάνονται πληροφορίες για το πόσο οργανωμένος είναι. Επίσης είναι δυνατό να απεικονίζονται μεταστάσεις ή επέκταση του όγκου σε γειτονικά όργανα (όπως μεταστατικοί θρόμβοι στην κάτω κοίλη φλέβα, μεταστάσεις στη βάση του δεξιού πνεύμονα, καρκινική διήθηση της πύλης του ήπατος και των αγγείων της κλπ) και ακόμη μπορεί να μετρηθεί με ακρίβεια το μέγεθος του όγκου.

Με τη βοήθεια του αξονικού τομογράφου μπορούν να πραγματοποιηθούν και κατευθυνόμενες βιοψίες του ήπατος και του όγκου, που προσφέρουν απόλυτη ακρίβεια στη θέση τοποθέτησης της βελόνας και λήψης του υλικού από τον ηπατικό ιστό και τον όγκο. Για τη διαδικασία αυτή βέβαια απαιτείται αρκετή εμπειρία του ιατρού – απεικονιστή που την εκτελεί.

Η αξονική τομογραφία εξαρτάται ελάχιστα από το χειριστή σε σχέση με το υπερηχογράφημα, καθώς ο υπολογιστής του αξονικού τομογράφου περιέχει προτυποποιημένα πρωτόκολλα εξέτασης, ανάλογα με το τι θέλει κανείς να ανιχνεύσει και να απεικονίσει. Έχει επίσης το πλεονέκτημα ότι είναι σε θέση να παρέχει περισσότερες εικόνες των περιοχών του σώματος. Τα μειονεκτήματά της είναι ότι  έχει υψηλότερο κόστος από ό, τι ο υπέρηχος και εκθέτει τους ασθενείς σε ιονίζουσα (ραδιενεργό) ακτινοβολία. Επίσης οι σκιαγραφικές ουσίες που χορηγούνται μπορεί να προκαλέσουν αλλεργικές αντιδράσεις και επιβάρυνση των νεφρών (συνιστάται πάντοτε μετά από αξονική τομογραφία η λήψη μεγάλων ποσοτήτων νερού για διούρηση). Εξετάζεται πάντοτε το ιστορικό του ασθενή για αλλεργίες.

3. Ηπατική αγγειογραφία

Σε αυτή τη διαδικασία ένας καθετήρας εισάγεται εντός της ηπατικής αρτηρίας (διαμέσου της μηριαίας αρτηρίας) και σκιαγραφική ουσία εγχέεται στο ήπαρ. Μπορεί να είναι χρήσιμο για την αξιολόγηση δύσκολων αλλοιώσεων, αλλά περιλαμβάνει επίσης κινδύνους της ιονίζουσας ακτινοβολίας, της αρτηριακής παρακέντησης (αιμορραγία) και της χορήγησης σκιαγραφικού μέσου (πιθανές αλλεργικές αντιδράσεις κλπ). Η ηπατική αγγειογραφία πραγματοποιείται συνήθως σε άτομα που θεωρούνται υψηλού κινδύνου, αλλά τα οποία δεν έχουν εμφανίσει οποιαδήποτε σημάδια του ΗΚΚ σε άλλες απεικονιστικές εξετάσεις. Κατά το χρόνο της αγγειογραφίας, εάν ανιχνευτεί ένας όγκος, μπορεί να αποφασιστεί αν θα γίνει αποκλεισμός της αρτηρίας, η οποία τροφοδοτεί τον όγκο μετά την έγχυση αντικαρκινικών φαρμάκων σε αυτόν (χημειοεμβολισμός). Με τον αποκλεισμό της αρτηρίας του όγκου, αυτός θα συρρικνωθεί (λόγω διακοπής της αγγειακής τροφοδοσίας του) και έτσι θα καταστούν αποτελεσματικότερες οι φαρμακευτικές παρεμβάσεις σε αυτόν.

4. Μαγνητική Τομογραφία

Η μαγνητική τομογραφία γίνεται ολοένα και πιο δημοφιλής για τη διάγνωση των ηπατικών όγκων. Όπως ισχύει στην αξονική τομογραφία μπορεί να εξετάσει μεγάλες περιοχές του θώρακα και της κοιλιάς σε μια μόνο εξέταση. Αλλά επειδή δεν υπάρχει εμπλοκή ιονίζουσας ακτινοβολίας, η απεικόνιση μπορεί να επαναληφθεί πολλές φορές με μικρό κίνδυνο. Η τεχνολογία έχει εξελιχθεί σε σημείο που οι νεότερες μαγνητικές τομογραφίες να μπορούν να ανασυνθέτουν και να δημιουργούν τρισδιάστατες εικόνες των χοληφόρων πόρων, της χοληδόχου κύστης, των αρτηριών και των φλεβών του ήπατος. Η χρήση ενδοφλέβιων μέσων σκιαγραφικής αντίθεσης αυξάνει σημαντικά την ευαισθησία της διαδικασίας, αλλά επίσης αυξάνει το κόστος. Η μαγνητική τομογραφία είναι σήμερα δαπανηρή και η διαθεσιμότητα των μηχανημάτων μαγνητικής τομογραφίας είναι περιορισμένη.

2013-05-02T08:15:15+00:00